1
ART DE LA TABLE

Θύραζε ψυχές

Μια νύχτα τον χρόνο, το πέπλο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των πνευμάτων λεπταίνει και οι ψυχές περιπλανώνται στο σκοτάδι, ψάχνοντας τον δρόμο προς τα σπίτια μας. Από παλιά, οι άνθρωποι άναβαν φανάρια με τρομακτικά πρόσωπα για να το κρατούν μακριά. Εμείς χτίζουμε έναν ολόκληρο πύργο.

Η ιδέα

Μπορεί παραδοσιακά στην Ελλάδα να μην γιορτάζουμε το Halloween, όμως η ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται δεν μας είναι καθόλου ξένη. Οι αρχαίοι Αθηναίοι πίστευαν πως στα Ανθεστήρια οι ψυχές των νεκρών ανέβαιναν για λίγο στον κόσμο των ζωντανών. Μασούσαν φύλλα ράμνου και άλειφαν τις πόρτες τους με πίσσα για να τις κρατήσουν μακριά, και στο τέλος της γιορτής τις ξεπροβόδιζαν με μια φράση: «Θύραζε Κῆρες, οὐκέτ᾽ Ἀνθεστήρια», έξω από την πόρτα οι ψυχές, τα Ανθεστήρια τελείωσαν.

Ως σήμερα, τα Ψυχοσάββατα θυμόμαστε όσους ήρθαν πριν από εμάς και μοιράζουμε κόλλυβα στη μνήμη τους. Με άλλο όνομα και άλλα έθιμα, σχεδόν κάθε πολιτισμός αφήνει κάπου μέσα στον χρόνο μια χαραμάδα ανάμεσα στους κόσμους.

Αυτή την ιδέα θελήσαμε να φέρουμε στο τραπέζι. Κρατήσαμε ένα μόνο σύμβολο, το παλαιότερο και το πιο ποιητικό: έναν πύργο από φανάρια-κολοκύθες.

Όταν το πέπλο λεπταίνει

Πριν γίνει κοστούμια και γλυκά, το Halloween ήταν ένα κατώφλι. Οι αρχαίοι Κέλτες της Ιρλανδίας, της Σκωτίας και της Γαλατίας γιόρταζαν στο τέλος του Οκτωβρίου το Samhain, το τέλος της σοδειάς και την αρχή του σκοτεινού μισού του χρόνου. Ήταν η νύχτα που ένας κύκλος έκλεινε και ένας άλλος άνοιγε.

Και σε αυτό το ανάμεσα, πίστευαν, το πέπλο που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τον κόσμο των νεκρών γινόταν πιο λεπτό. Οι ψυχές μπορούσαν να περάσουν απέναντι. Οι αγαπημένοι νεκροί επέστρεφαν στο σπίτι, και οι οικογένειες τους άφηναν φαγητό και μια θέση στο τραπέζι. Μαζί τους όμως περνούσαν και πνεύματα λιγότερο φιλικά, γι’ αυτό άναβαν φωτιές και μεταμφιέζονταν, για να μην τους αναγνωρίσουν.

Αργότερα, η Εκκλησία έθεσε στις αρχές Νοεμβρίου τη γιορτή των Αγίων Πάντων, το All Hallows’ Day, και την επομένη των Ψυχών. Η παραμονή, το All Hallows’ Eve, σμίκρυνε με τα χρόνια σε Halloween. Οι Ιρλανδοί και οι Σκωτσέζοι μετανάστες του 19ου αιώνα πήραν τα έθιμά τους μαζί στην Αμερική, κι από εκεί το Halloween ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Κάτω από τα κοστούμια και τα γλυκά, όμως, η αρχική ιδέα επιβιώνει: μια νύχτα τον χρόνο, οι δύο κόσμοι πλησιάζουν.

Ο Τζακ και το φανάρι του

Το σκαλισμένο φανάρι έχει κι αυτό τον θρύλο του. Λένε πως ένας πονηρός μέθυσος, ο Stingy Jack, ξεγέλασε τον ίδιο τον Διάβολο, όχι μία αλλά δύο φορές, και του απέσπασε την υπόσχεση πως δεν θα πάρει ποτέ την ψυχή του. Όταν ο Τζακ πέθανε, ο Παράδεισος δεν τον δέχτηκε. Η Κόλαση, δεσμευμένη από τη συμφωνία, δεν μπορούσε να τον πάρει.

Ο Διάβολος τον έδιωξε στο σκοτάδι με ένα μόνο αναμμένο κάρβουνο. Ο Τζακ το έβαλε μέσα σε ένα σκαλισμένο γογγύλι και από τότε περιπλανιέται ανάμεσα στους κόσμους, φωτίζοντας τον δρόμο του. Οι Ιρλανδοί τον έλεγαν «Jack of the Lantern». Στα παράθυρά τους άναβαν δικά τους σκαλισμένα φανάρια, με τρομακτικά πρόσωπα, για να κρατούν μακριά τον Τζακ και κάθε περιπλανώμενη ψυχή.

Στην Ιρλανδία σκάλιζαν γογγύλια και πατάτες. Στην Αμερική οι μετανάστες βρήκαν την κολοκύθα, πιο μεγάλη, πιο εύκολη στο σκάλισμα, πιο φωτεινή. Έτσι γεννήθηκε το jack-o’-lantern όπως το ξέρουμε σήμερα.

Από όλα τα σύμβολα του Halloween, αυτό επιλέξαμε. Το φανάρι, την πιο παλιά και την πιο ποιητική από τις παραδόσεις της νύχτας.

Ο πύργος

Έτσι, στο κέντρο του τραπεζιού υψώνεται ένας πύργος από δεκαπέντε κολοκύθες, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη σαν προσφορά της σοδειάς. Είναι μεγάλος, είναι πολύς, και αυτό ακριβώς θέλουμε: γλυπτό, φωτιστικό και σκηνικό μαζί.

Περίπου οι μισές είναι σκαλισμένες με οδοντωτά, σαρδόνια χαμόγελα. Οι υπόλοιπες έχουν μείνει ακέραιες, και δίνουν στον πύργο τον όγκο του. Το σκάλισμα είναι σκόπιμα τραχύ: όχι τα ευγενικά, συμμετρικά φαναράκια ενός παιδικού πάρτι, αλλά στραβά, πεινασμένα πρόσωπα που σχεδόν περιμένεις να κουνηθούν όταν η φλόγα λυγίσει.

Ανάμεσά τους, και από εκεί ως το τραπεζομάντιλο, κυλούν μακριές φούντες αμάρανθου σε βαθύ βυσσινί. Το όνομά του στα ελληνικά σημαίνει «αυτός που δεν μαραίνεται». Στα αγγλικά τον λένε, πολύ πιο δραματικά, love-lies-bleeding. Τον διαλέξαμε γι’ αυτή τη διπλή του φύση: ένα λουλούδι που δεν μαραίνεται, για μια νύχτα που ανήκει στη μνήμη. Πέφτει σαν βελούδο, σαν κρασί που κυλάει αργά πάνω στις κολοκύθες, και είναι το μόνο κόκκινο στο κάδρο.


Διαδικασία

Υλικά

  • 15 κολοκύθες: 6 για τη βάση, 5 για τη δεύτερη σειρά, 3 για την τρίτη και τη μεγαλύτερη για την κορυφή
  • Ένα κιτ σκαλίσματος για κολοκύθες
  • Ένα μεγάλο, οδοντωτό μαχαίρι
  • Ένα μεγάλο βάζο γεμάτο νερό (περίπου 60 εκατοστά ύψος)
  • Σύρμα
  • 4–5 ματσάκια αποξηραμένο αμάρανθο
  • Κεριά για τα φανάρια
  • Προαιρετικά, ξηρό πάγο για εφέ καπνού

Τα βήματα

  1. Το βάζο στο κέντρο. Τοποθετούμε το βάζο γεμάτο νερό στη μέση του τραπεζιού. Ο πύργος θα χτιστεί γύρω του και το βάρος του θα δώσει σταθερότητα.
  2. Τοποθετούμε δοκιμαστικά τις κολοκύθες. Στήνουμε τον πύργο με ολόκληρες κολοκύθες: 6 στη βάση, 5 στη δεύτερη σειρά, 3 στην τρίτη και τη μεγαλύτερη στην κορυφή. Πριν τοποθετήσουμε τη δεύτερη σειρά, βεβαιωνόμαστε ότι όλες οι κολοκύθες της βάσης «πατάνε» σταθερά στο τραπέζι, αφαιρώντας με το μαχαίρι τμήμα από το κάτω μέρος τους. Τις τοποθετούμε με την «καλή» τους πλευρά προς τα έξω, με τρόπο ώστε να στηρίζονται όσο πιο σταθερά γίνεται η μία πάνω στην άλλη. Ενώ στοιβάζουμε τις κολοκύθες, παρατηρούμε καλά τον πύργο και αφαιρούμε όσα κοτσάνια ενοχλούν. 
  3. Διαλέγουμε ποιες κολοκύθες θα σκαλίσουμε. Αφού ολοκληρωθεί ο πύργος, αποφασίζουμε ποιες κολοκύθες θαγίνουν φανάρια. Επιλέγουμε 7 – 8 διάσπαρτες, οι υπόλοιπες μένουν ακέραιες και δίνουν όγκο. Χρησιμοποιούμε το κιτ με τα ειδικά εργαλεία για να τις σκαλίσουμε,  προσέχοντας να μην χάσουμε τη σειρά με την οποία πρέπει να επανατοποθετηθούν στον πύργο.
  4. Επανατοποθετούμε τις κολοκύθες. Τοποθετούμε τα ρεσό μέσα στις σκαλισμένες κολοκύθες και τις καπακώνουμε, προτού τις στοιβάξουμε. Αφού στηθεί ο πύργος, θα είναι δύσκολο να τα τοποθετήσουμε.
  5. Στήνουμε και δένουμε. Στήνουμε τον πύργο σειρά προς σειρά και περνώντας το σύρμα από την πίσω πλευρά της κολοκύθας σταθεροποιούμε όσες χρειάζονται στήριξη.
  6. Γεμίζουμε τα κενά με αμάρανθο. Περνάμε τις φούντες ανάμεσα στις κολοκύθες ώστε να καλύπτονται τα κενά και τις αφήνουμε να κυλήσουν ως το τραπεζομάντιλο.
  7. Ο καπνός στο τέλος. Αν θέλουμε «ομίχλη», προσθέτουμε ξηρό πάγο στο νερό του βάζου λίγο πριν έρθουν οι καλεσμένοι.

Σημείωση ασφαλείας: ο αποξηραμένος αμάραντος πιάνει εύκολα φωτιά, οπότε κρατήστε τον μακριά από τα ανοίγματα των φαναριών ή χρησιμοποιήστε κεριά LED. Τον ξηρό πάγο πιάστε τον πάντα με λαβίδα και φροντίστε ο χώρος να αερίζεται.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

Christmas at ARIA